Προς μείωση της προκαταβολής φόρου για επαγγελματίες και επιχειρήσεις

Σε σημαντική μείωση της προκαταβολής φόρου για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που έχουν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα προσανατολίζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, με βασικό στόχο να ενισχυθεί η ρευστότητά τους.

Μετά τις μειώσεις στην κλίμακα φορολογίας των φυσικών προσώπων, η μείωση της προκαταβολής φόρου για επιχειρήσεις αναμένεται να έχει κεντρική θέση στο πακέτο μέτρων για την ενίσχυση των νομικών προσώπων και των επαγγελματιών που θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός στη φετινή ΔΕΘ.

Σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν ξεκινήσει οι πρώτες ασκήσεις για τα ποσοστά μείωσης της προκαταβολής φόρου που προέκυψε από τις δηλώσεις του προηγούμενου έτους. Η προκαταβολή φόρου, ως μέτρο που αυξήθηκε κατά την περίοδο των Μνημονίων, είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη δέσμευση σημαντικών κεφαλαίων, περιορίζοντας τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να επενδύσουν, να αναπτυχθούν ή ακόμα και να καλύψουν βασικές λειτουργικές τους ανάγκες.

Η μείωση της προκαταβολής θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να διατηρούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους εντός της χρήσης, ενισχύοντας άμεσα τη ρευστότητά τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Η ενίσχυση της ταμειακής τους ροής μπορεί να μεταφραστεί σε επενδύσεις σε εξοπλισμό, τεχνολογία, ανθρώπινο δυναμικό και καινοτομία.

Παράλληλα, η μείωση της προκαταβολής φόρου λειτουργεί ως έμμεσο κίνητρο για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της φορολογικής συμμόρφωσης, καθώς μειώνει το αίσθημα υπερφορολόγησης και βελτιώνει το επιχειρηματικό κλίμα. Ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες, σε συνδυασμό με την εφαρμογή της νέας κλίμακας φορολογίας, η ελάφρυνση αυτή μπορεί να συμβάλει στη σταθεροποίηση του εισοδήματός τους και στον καλύτερο προγραμματισμό των οικονομικών τους υποχρεώσεων.

Όπως εκτιμούν στο οικονομικό επιτελείο, η μείωση της προκαταβολής φόρου αναμένεται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, να στηρίξει την ανάπτυξη και να δημιουργήσει ένα πιο φιλικό και βιώσιμο φορολογικό περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα.

Πώς διαμορφώνεται σήμερα η προκαταβολή φόρου

Σήμερα τα ποσοστά προκαταβολής φόρου διαμορφώνονται ακολούθως:

– Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις (π.χ. Α.Ε., ΕΠΕ, ΙΚΕ, Ο.Ε., Ε.Ε.) η προκαταβολή φόρου ανέρχεται σε 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη του προηγούμενου φορολογικού έτους. Το ποσό αυτό βεβαιώνεται και καταβάλλεται παράλληλα με τον κύριο φόρο εισοδήματος.

– Για τα τραπεζικά ιδρύματα ισχύει ειδικό καθεστώς, με το ποσοστό να ανέρχεται στο 100% για τις τράπεζες και τα υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.

– Για φυσικά πρόσωπα – επαγγελματίες (ελεύθερους επαγγελματίες, ατομικές επιχειρήσεις) το ποσοστό προκαταβολής είναι 55% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από την επιχείρηση / επαγγελματική δραστηριότητα. Η προκαταβολή αυτή εκπίπτει από τον επόμενο φόρο που θα βεβαιωθεί στον φορολογούμενο, δηλαδή αποσβένεται έναντι του φόρου του επόμενου έτους.

Ειδικό καθεστώς ισχύει και για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, όταν η επαγγελματική δραστηριότητα ξεκινά για πρώτη φορά, το ποσό της προκαταβολής περιορίζεται στο 50% για την πρώτη χρονιά που υπάρχει εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο φορολογούμενος δεν πληρώνει την πλήρη προκαταβολή, αλλά μισή σε σχέση με τα ποσοστά που προβλέπονται για σταθερούς φορολογούμενους.

Η επιβάρυνση για επιχειρήσεις – επαγγελματίες

Έστω ότι μια εταιρεία δήλωσε φόρο εισοδήματος για το 2025 της τάξης 10.000 ευρώ. Τότε η προκαταβολή για το 2026 θα είναι 80% × 10.000 ευρώ = 8.000 ευρώ.

Εάν ένας ελεύθερος επαγγελματίας δήλωσε φόρο εισοδήματος 5.000 ευρώ, η προκαταβολή για το 2026 θα είναι 55% × 5.000 ευρώ = 2.750 ευρώ.

Αυτά τα ποσά εκπίπτουν από τον τελικό φόρο εισοδήματος που θα υπολογιστεί για το 2026 και θα πληρωθεί όταν γίνει η εκκαθάριση του επόμενου έτους.

Πότε προβλέπεται μείωση της προκαταβολής φόρου

Υπάρχουν, ωστόσο, και μερικές περιπτώσεις όπου μπορεί να προβλέπεται μείωση της προκαταβολής φόρου. Ειδικότερα:

 – Αν η επιχείρηση ή ο ελεύθερος επαγγελματίας παρουσιάσει μείωση του φορολογητέου εισοδήματος ανώτερη από 25% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, μπορεί να δικαιούται μείωση της προκαταβολής φόρου. Σε αυτή την περίπτωση, η προκαταβολή του φόρου αναπροσαρμόζεται με βάση το νέο, μειωμένο εισόδημα.

Αν προκύψει ότι η προκαταβολή φόρου που έχει καταβληθεί είναι μεγαλύτερη από τον τελικό φόρο που οφείλεται, το πλεονάζον ποσό μπορεί να επιστραφεί ή να συμψηφιστεί με μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις.

– Μέσω ειδικών διατάξεων που εκδίδονται από το υπουργείο Οικονομικών ή άλλες αρμόδιες Αρχές, μπορεί να προβλέπεται μείωση της προκαταβολής φόρου για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων ή επαγγελματιών. Τέτοιες διατάξεις εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο της COVID για τη στήριξη επιχειρήσεων και επαγγελματιών. 

– Σε περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις ή οι επαγγελματίες έχουν δηλώσει ζημίες για το φορολογικό έτος, μπορούν να αιτηθούν μείωση της προκαταβολής φόρου για το επόμενο έτος, αναλόγως της αναγνωρισμένης ζημίας.

Τι ισχύει σε άλλες χώρες της Ε.Ε.

Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζονται συστήματα προκαταβολής φόρου για επιχειρήσεις και επαγγελματίες, ωστόσο ο τρόπος υπολογισμού και το ύψος της επιβάρυνσης διαφέρουν σημαντικά. Κοινός στόχος είναι η σταδιακή είσπραξη του φόρου μέσα στο φορολογικό έτος, ώστε να αποφεύγεται η συσσώρευση μεγάλων οφειλών στο τέλος της χρήσης.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία οι επιχειρήσεις καταβάλλουν τριμηνιαίες προκαταβολές με βάση εκτίμηση των κερδών του τρέχοντος έτους, ενώ υπάρχει δυνατότητα αναπροσαρμογής αν τα κέρδη μειωθούν. Αντίστοιχα, στη Γαλλία προβλέπονται δόσεις εταιρικού φόρου κατά τη διάρκεια του έτους, που συμψηφίζονται με τον τελικό φόρο μετά την εκκαθάριση. Στην Ιταλία εφαρμόζεται σύστημα δύο δόσεων, οι οποίες υπολογίζονται με βάση τον φόρο του προηγούμενου έτους, αλλά παρέχεται ευελιξία σε περίπτωση μείωσης κερδών.

Σε χώρες όπως η Ισπανία και η Ολλανδία οι προκαταβολές συνδέονται περισσότερο με προβλέψεις του τρέχοντος οικονομικού αποτελέσματος και όχι αποκλειστικά με τα δεδομένα της προηγούμενης χρήσης, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο υπερφορολόγησης σε περιόδους ύφεσης.

Φορολογικός Έλεγχος: Διαδικασία, Δικαιώματα και Πρακτικές Οδηγίες για Επιχειρήσεις και Επαγγελματίες

Ο φορολογικός έλεγχος αποτελεί θεσμοθετημένη διαδικασία που διενεργείται από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), βάσει του Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013).

Παρότι συχνά αντιμετωπίζεται ως αιφνιδιαστικό γεγονός, στην πραγματικότητα ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια και προβλέπει σαφή δικαιώματα και υποχρεώσεις για τον φορολογούμενο.

Η σωστή προετοιμασία μπορεί να μειώσει σημαντικά τον φορολογικό κίνδυνο.

1. Πώς επιλέγεται μια υπόθεση για έλεγχο

Η επιλογή γίνεται συνήθως μέσω:

  • Ανάλυσης κινδύνου (risk analysis)
  • Διασταυρώσεων myDATA
  • Αποκλίσεων ΦΠΑ ή εισοδήματος
  • Ελέγχου τραπεζικών κινήσεων
  • Στοχευμένων ελέγχων ανά κλάδο

🔎 Συμβουλή:
Η συμφωνία βιβλίων – δηλώσεων – τραπεζικών λογαριασμών δεν είναι πλέον επιλογή· είναι αναγκαιότητα. Οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις προηγούνται του φυσικού ελέγχου.

2. Έναρξη Ελέγχου – Η Εντολή

Ο έλεγχος ξεκινά μόνο με κοινοποιημένη εντολή, όπου αναφέρονται:

  • Οι ελεγχόμενες χρήσεις
  • Τα φορολογικά αντικείμενα
  • Το είδος του ελέγχου

Χωρίς νόμιμη εντολή, η διαδικασία πάσχει ακυρότητας.

🔎 Συμβουλή:
Ελέγχετε πάντα το εύρος της εντολής. Ο έλεγχος δεν μπορεί να υπερβεί το αντικείμενό της.

3. Συλλογή Στοιχείων και Διασταυρώσεις

Οι ελεγκτικές αρχές εξετάζουν:

  • Βιβλία και παραστατικά
  • Δηλώσεις ΦΠΑ και εισοδήματος
  • Τραπεζικές κινήσεις
  • Συμβάσεις και συμφωνητικά

Σε περίπτωση σοβαρών αποκλίσεων, μπορεί να εφαρμοστούν έμμεσες τεχνικές προσδιορισμού εισοδήματος.

🔎 Συμβουλή:
Οι τραπεζικές καταθέσεις που δεν αιτιολογούνται αποτελούν συχνό σημείο καταλογισμού. Κάθε πίστωση πρέπει να μπορεί να τεκμηριωθεί.

4. Σημείωμα Διαπιστώσεων – Το Κρίσιμο Στάδιο

Πριν την οριστική πράξη, κοινοποιείται Σημείωμα Διαπιστώσεων με προσωρινό προσδιορισμό φόρου.

Ο φορολογούμενος έχει 20 ημέρες για να υποβάλει αντιρρήσεις.

Αυτό είναι το ουσιαστικό στάδιο άμυνας.

🔎 Συμβουλή:
Μην αντιμετωπίζετε το Σημείωμα ως τυπικό έγγραφο. Η τεκμηριωμένη απάντηση σε αυτό το στάδιο μπορεί να μειώσει ή και να ακυρώσει τον καταλογισμό.

5. Οριστική Πράξη και Πρόστιμα

Μετά την αξιολόγηση των απόψεων, εκδίδεται:

  • Οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού
  • Πράξη επιβολής προστίμου (εφόσον απαιτείται)

Από την κοινοποίηση ξεκινά η προθεσμία προσφυγής.

🔎 Συμβουλή:
Εξετάστε άμεσα τη δυνατότητα ενδικοφανούς προσφυγής. Οι προθεσμίες είναι αποκλειστικές.

6. Διοικητική και Δικαστική Προστασία

Η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται εντός 30 ημερών στη ΔΕΔ.
Αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο πριν από τα διοικητικά δικαστήρια.

Η προσφυγή δεν είναι τυπική διαδικασία· απαιτεί νομική και φοροτεχνική τεκμηρίωση.

7. Ζήτημα Παραγραφής

Η γενική παραγραφή είναι πενταετής, με δυνατότητα επέκτασης σε ειδικές περιπτώσεις.
Ο έλεγχος παλαιών χρήσεων συχνά εγείρει ζητήματα νομιμότητας ως προς την παραγραφή.

🔎 Συμβουλή:
Η εξέταση της παραγραφής πρέπει να γίνεται πριν από κάθε ουσιαστική άμυνα.

Συμπέρασμα

Ο φορολογικός έλεγχος δεν είναι μόνο ζήτημα λογιστικής συμμόρφωσης.
Είναι διαδικασία με νομικές, οικονομικές και στρατηγικές διαστάσεις.

Η πρόληψη — μέσω σωστής τήρησης βιβλίων, τεκμηρίωσης και εσωτερικού ελέγχου — είναι πάντοτε αποτελεσματικότερη από τη διαχείριση ενός καταλογισμού.

Σε ένα περιβάλλον αυξημένων ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, η φορολογική διαφάνεια δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά προϋπόθεση βιωσιμότητας.

Εκπιπτόμενες Δαπάνες: Εκεί Κρίνονται οι Φορολογικοί Έλεγχοι

Στους περισσότερους φορολογικούς ελέγχους το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα έσοδα.
Βρίσκεται στις δαπάνες.
Όχι επειδή «λείπουν τιμολόγια».
Αλλά επειδή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Νόμος 4172/2013.
Το κρίσιμο ερώτημα στον έλεγχο δεν είναι:
Υπάρχει παραστατικό;
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Αποδεικνύεται η επιχειρηματική σκοπιμότητα;
Για να εκπέσει μια δαπάνη πρέπει:
✔ Να εξυπηρετεί το συμφέρον της επιχείρησης
✔ Να αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή
✔ Να έχει καταχωρηθεί ορθά στη χρήση
✔ Να αποδεικνύεται με νόμιμα στοιχεία
✔ Να έχει εξοφληθεί με τον προβλεπόμενο τρόπο.
Ένα μόνο κενό αρκεί για αναμόρφωση.

Τα 5 σημεία όπου «χτυπά» ο έλεγχος

1️⃣ Δαπάνες χωρίς τεκμηρίωση σκοπού Γεύματα, μετακινήσεις, παροχές — χωρίς σαφή σύνδεση με δραστηριότητα.
2️⃣ Προσωπικές δαπάνες μέσω εταιρείας Καύσιμα, έξοδα οικίας, μη συναφείς αγορές.
3️⃣ Νομοθετικά μη εκπιπτόμενες
Πρόστιμα, προσαυξήσεις, φόρος εισοδήματος (άρθρο 23 ΚΦΕ).
4️⃣ Μη ορθή εξόφληση
Μετρητά άνω του επιτρεπτού ορίου.
5️⃣ Ασυμφωνίες με ψηφιακά δεδομένα
Διασταυρώσεις μέσω ΑΑΔΕ και πλατφόρμας myDATA.

Σήμερα ο έλεγχος είναι ψηφιακός, συγκριτικός και βασισμένος σε δεδομένα.

  • Το πραγματικό ρίσκο
  • Η διαφορά μεταξύ:
    απλής λογιστικής καταχώρισης
    και ελεγκτικά τεκμηριωμένης δαπάνης είναι η διαφορά μεταξύ:
    ομαλής χρήσης και καταλογισμού με προσαυξήσεις.

Οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν έχουν πρόβλημα λογιστικής.
Έχουν πρόβλημα ελεγκτικής προετοιμασίας

Η σωστή προσέγγιση
Η διαχείριση δαπανών πρέπει να γίνεται:
✔ Με προληπτικό έλεγχο
✔ Με εσωτερική αναμόρφωση πριν τον εξωτερικό έλεγχο
✔ Με τεκμηρίωση φακέλου
✔ Με στρατηγική αντιμετώπιση πιθανής αμφισβήτησης

Ο φορολογικός έλεγχος δεν είναι τυπική διαδικασία.
Είναι διαδικασία αξιολόγησης κινδύνου.

Συμπέρασμα
Οι εκπιπτόμενες δαπάνες δεν είναι λογιστικό θέμα.
Είναι θέμα στρατηγικής φορολογικής άμυνας.

Και εκεί ακριβώς διαφοροποιείται ο Σύμβουλος Φορολογικών Ελέγχων από τον απλό λογιστή