Δοσοληψίες μεταξύ συγγενών και φορολογικοί έλεγχοι

Του Γιώργου Δαλιάνη,

Οι δοσοληψίες μεταξύ συγγενών αποτελούν μία πολύ διαδεδομένη πρακτική που είναι συνυφασμένη με την κοινωνική παράδοση της χώρας μας. Οι δοσοληψίες αυτές εδράζονται στους οικογενειακούς δεσμούς και μπορούν να λάβουν πολλές μορφές, να είναι δηλαδή άτυπα δάνεια, δάνεια καταρτιζόμενα εγγράφως, δωρεές άτυπες και

μη, γονικές παροχές και άλλες συναφείς πράξεις. Τι συμβαίνει, όμως, όταν στα πλαίσια ενός φορολογικού ελέγχου καλείται ο ελεγχόμενος να λογοδοτήσει για δοσοληψίες που πραγματοποίησε με συγγενικά του πρόσωπα;

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τη φορολογική αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν ή εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να τυγχάνουν οι συναλλαγές μεταξύ συγγενών, όταν αυτές γίνονται αντικείμενο του φορολογικού ελέγχου.

Αρχικά, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι προερχόμενες από συγγενικά πρόσωπα πιστώσεις (ονομαστικές καταθέσεις) που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου του προσωπικού λογαριασμού ενός προσώπου δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να θεωρούνται αγνώστου προελεύσεως εισόδημα, καθώς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Σε περίπτωση, λοιπόν, που οι ονομαστικές πιστώσεις σε έναν προσωπικό λογαριασμό ελεγχόμενου προσώπου προέρχονται από συγγενικά του πρόσωπα, είναι γνωστή η προέλευση του ποσού αυτού.

Περιπτωσιολογία:

Άτυπο δάνειο ή δάνειο που προκύπτει από έγγραφα
Ως γνωστόν, οι ιδιωτικές δανειακές συμβάσεις, οι συμβάσεις δηλαδή που συνάπτονται μεταξύ ιδιωτών και όχι με πιστωτικά ιδρύματα, μπορούν να καταρτίζονται εγγράφως, μπορεί όμως να είναι και άτυπες, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου.

Αν η σύμβαση του δανείου καταρτιστεί εγγράφως υποβάλλεται στο οικείο αναλογικό τέλος χαρτοσήμου (σ.σ. μεταξύ ιδιωτών το τέλος χαρτοσήμου ανέρχεται σε 3,6%), ενώ η σχετική προς τη σύμβαση αυτή εξοφλητική απόδειξη δεν υπόκειται σε κανένα τέλος χαρτοσήμου. Εφόσον όμως η σύμβαση δεν συνήφθη εγγράφως υπόκειται σε αναλογικό τέλος η εγγράφως καταρτιζόμενη εξόφληση αυτής ή η σχετική προς τη σύμβαση έγγραφη απόδειξη.

Συνεπώς, προκειμένου να καταλογισθούν τέλη χαρτοσήμου, θα πρέπει να έχει τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, ενώ αντίθετα στο άτυπο δάνειο δεν επιβάλλονται τέλη χαρτοσήμου, με βάση τη σχετική νομοθεσία (βλ. και ΔΕΔ 1957/2016, 155/2019).

Όπως είναι εύλογο, τα δάνεια που χορηγούνται μεταξύ συγγενών συνήθως είναι άτυπα. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την περίπτωση όπου κάποιος θα ζητήσει μία χρηματική διευκόλυνση από τον πατέρα του. Κατά κανόνα μια τέτοια συναλλαγή θα γίνει ατύπως, εκτός εάν υπάρχει ειδικότερος λόγος, όπως π.χ. η κάλυψη τεκμηρίου για αγορά ενός περιουσιακού στοιχείου από το τέκνο.

Υπενθυμίζουμε ότι, όπως έχουμε αναλύσει και σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, για να χρησιμοποιηθεί το δάνειο υπό την μορφή ιδιωτικού συμφωνητικού για κάλυψη τεκμηρίων θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και οι παρακάτω προϋποθέσεις:

Ο σκοπός του δανείου να έχει σχέση με το επικαλούμενο τεκμήριο προς κάλυψη
Το έγγραφο πρέπει να φέρει βέβαια χρονολογία θεωρημένη από αρμόδια αρχή
Το δάνειο να έχει ληφθεί πριν την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης (εφόσον το επικαλούμαστε για κάλυψη τεκμηρίου)
Η μη εικονικότητα αυτού. Αυτή μπορεί να αποδειχθεί από το αν ακολουθήθηκαν άλλες ενέργειες που προβλέπει ο νόμος για τη σύναψη ιδ. Δανείου (πχ χαρτοσήμανση, καταβολές δόσεων αποπληρωμής κλπ). Αν τα παραπάνω ισχύουν σωρευτικά, η μη χαρτοσήμανση του δανείου μπορεί να παραβλεφθεί και να γίνει δεκτή η κάλυψη τεκμηρίου από τη Δ.Ο.Υ.
Εάν στη συνέχεια ο δωρεοδόχος (τέκνο) κάνει την επιστροφή των χρημάτων του δανείου με τραπεζική κατάθεση στον λογαριασμό του δωρητή (γονέας), τότε σε περίπτωση ελέγχου ο δωρεοδόχος θα κληθεί να αιτιολογήσει την κίνηση αυτή.

Δωρεά – γονική παροχή
Σύμφωνα με το άρθρο 34 περ. Α  παρ 1 περ. β  του Ν 2961/2001 ορίζεται ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. μπορεί να χαρακτηρίσει ως δωρεά ολικά ή μερικά κάθε παραχώρηση περιουσίας  που γίνεται εικονικά  με τον τύπο της σύμβασης  με αντάλλαγμα, αλλά υποκρύπτει δωρεά. Ειδικά  για  τις  παροχές  χρηματικών  ποσών διευκρινίζεται ότι το βάρος της απόδειξης της χωρίς αντάλλαγμα παροχής για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο το φέρει η φορολογική αρχή. Σε κάθε περίπτωση είναι δυνατή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς από την αρμόδια αρχή, εφόσον μπορεί να αποκλείσει αιτιολογημένα την απόρριψη της πηγής των χρημάτων/φύσης συναλλαγής που επικαλείται ο ελεγχόμενος, όταν τα πρόσωπα (ο πάροχος και ο λήπτης) συνδέονται μεταξύ τους με ιδιαίτερο συγκεκριμένο συγγενικό δεσμό και μπορεί να διαπιστωθεί ότι  η  οικονομική κατάσταση του προσώπου που θεωρείται δωρητής του επέτρεπε να κάνει δωρεά  που υποστηρίζεται ότι έγινε (βλ. ενδεικτικά ΔΕΔ 825/2019).

Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, η φορολογική αρχή δύναται να επιβάλει φόρο δωρεάς.

Επισημαίνουμε, μάλιστα, ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό δεν μπορεί να θεμελιώσει εκ προοιμίου την ύπαρξη άτυπης δωρεάς μεταξύ των συνδικαιούχων. Θέμα άτυπης δωρεάς τίθεται εφόσον ο συνδικαιούχος, ο οποίος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εισφέρει στον κοινό λογαριασμό, κάνει χρήση του ποσού του λογαριασμού, γεγονός πραγματικό και ελεγκτέο σε κάθε περίπτωση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Για παράδειγμα, η μεταφορά χρηματικού ποσού από και προς κοινό λογαριασμό μεταξύ των αυτών προσώπων και η επιστροφή του ίδιου χρηματικού ποσού στον αρχικό λογαριασμό, χωρίς ενδιάμεσα να έχει γίνει χρήση (του) ποσού αυτού από κάποιον από τους συνδικαιούχους, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη άτυπης δωρεάς. (βλ. ΠΟΛ 1033/21-2-2013 και ΔΕΔ 2301/2018 που απάλλαξε συνδικαιούχο κοινού λογαριασμό από τον μη νομίμως επιβληθέντα φόρο δωρεάς).

Περαιτέρω, αντικείμενο του φόρου είναι η κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς και γονικής παροχής αλλά και αυτή που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω και αν δεν καταρτίστηκε έγγραφο και υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι πάντοτε ο δωρεοδόχος.

Η φορολόγηση των γονικών παροχών και των δωρεών γενικά αναφέρονται στον Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (Α’ 266) και στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύουν.

Φόρος δωρεάς ή γονικής παροχής επιβάλλεται όταν δωρίζεται ή μεταβιβάζεται με γονική παροχή περιουσιακό στοιχείο κάθε μορφής (σ.σ. κινητά και ακίνητα), που βρίσκονται στην Ελλάδα, καθώς και στα κινητά που βρίσκονται στο εξωτερικό και ανήκουν σε Έλληνα ή σε αλλοδαπό που έχει την κατοικία του στην Ελλάδα.

Για τα προηγούμενα έτη τη δήλωση για τη δωρεά/γονική παροχή έπρεπε να την υποβάλουν και οι δύο συμβαλλόμενοι εφόσον συντασσόταν συμβολαιογραφικό έγγραφο. Ήδη, όμως, με τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4583/2018 στον Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια θεσπίζεται πλέον υποχρέωση υποβολής της δήλωσης φόρου δωρεάς/γονικής παροχής και από τους δύο συμβαλλομένους, ανεξάρτητα αν για τη σύσταση αυτής συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Σχετικά με τον οφειλόμενο φόρο, οι φορολογούμενοι, ανάλογα με τη συγγενική τους σχέση με τον κληρονομούμενο ή τον δωρητή, κατατάσσονται σε 3 κατηγορίες, για καθεμιά από τις οποίες ισχύουν διαφορετικές φορολογικές κλίμακες με διαφορετικά αφορολόγητα ποσά και συντελεστές.

Στην Α κατηγορία εντάσσονται:

α) ο/η σύζυγος (και στην περίπτωση συμφώνου συμβίωσης β) τα τέκνα, γ) οι εγγονοί και δ) οι γονείς του δωρητή.

Στη Β΄ κατηγορία εντάσσονται:

α) οι κατιόντες εξ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών (δισέγγονοι, κ.λπ.), β) οι ανιόντες εξ αίματος δεύτερου και επόμενων βαθμών (παππούδες, προπαππούδες, κ.λπ.), γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου (ανεψιοί του κληρονομουμένου ή του δωρητή), ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπροί – νύφες) και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθεροί – πεθερές) του κληρονομουμένου ή του δωρητή.

Στη Γ΄ κατηγορία υπάγεται οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής ή εξωτικός του δωρητή.

Η γονική παροχή χρηματικών ποσών φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 10%, ενώ η δωρεά χρηματικών ποσών φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 10% για δωρεοδόχους που υπάγονται στην Α΄ κατηγορία, 20% για δωρεοδόχους που υπάγονται στη Β΄ κατηγορία και 40% για δωρεοδόχους που υπάγονται στην Γ΄ κατηγορία.

Ως προς την παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις με του άρθρου 102 του Ν. 2961/2001 το Δημόσιο εκπίπτει του δικαιώματός του για την κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου προκειμένου: α)  για  ανακριβή  δήλωση,  μετά  την  πάροδο  δεκαετίας  από  το  τέλος  του  έτους  μέσα  στο  οποίο υποβλήθηκε η δήλωση β) για παράλειψη δήλωσης  ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας  που αποκτήθηκε η εικονικότητα του  συμβολαίου  μετά  από  δεκαπενταετία από  το  τέλος  του  έτους    μέσα  στο  οποίο    έληξε  η προθεσμία    για  την  υποβολή    της  δήλωσης  ή  έχει συνταχθεί    το  προσβαλλόμενο  για  την εικονικότητα συμβόλαιο.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω το δικαίωμα του Δημοσίου είναι παραγραμμένο για όλες τις υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι την 31-12-2003.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι δοσοληψίες μεταξύ συγγενών αποτελούν μία ιδιάζουσα κατηγορία στα πλαίσια των φορολογικών ελέγχων και συνεπώς οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν ορθά τη σχετική νομοθεσία. Σε διαφορετική περίπτωση αφενός οι φορολογούμενοι έρχονται αντιμέτωποι με μη νόμιμους καταλογισμούς και εμπλέκονται σε περαιτέρω κοστοβόρες διαδικασίες, όπως προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και στα Διοικητικά Δικαστήρια. Όλα τα ανωτέρω περιγράφουν το ισχύον δίκαιο το οποίο απηχεί και τους άγραφους κανόνες των «συναλλακτικών ηθών» που έχουν σφυρηλατηθεί ανά τους αιώνες στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων. Δυστυχώς, όμως, όπως φαίνεται συχνά οι φορολογικές αρχές αγνοούν παντελώς όλα αυτά και στα πλαίσια αυτοσχεδιασμού και προχειρότητας, θεωρούν ως «αγνώστου προελεύσεως εισόδημα» τις συναλλαγές μεταξύ συγγενών, αν και είναι γνωστή η προέλευση των χρηματικών καταθέσεων καθώς προέρχονται από συγγενικά πρόσωπα! Αρκεί μονάχα να αναρωτηθούμε τι θα σκεφτόταν ένα παιδί ή ο γονιός που ζητάει μία χρηματική διευκόλυνση (π.χ. 5.000 ευρώ) από τον πατέρα ή γιο του αντίστοιχα, εάν ο ένας εκ των δύο ζητήσει από τον άλλο να υπογράψει δανειακή σύμβαση. Το πιο πιθανό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να υπάρξει ευχή ή κατάρα. Το άρθρο αυτό εκτός από ανάλυση της νομοθεσίας αποτελεί και τροφή για σκέψη…

Πηγή: ARTION Α.Ε.

Επανέλεγχος ελεγμένων φορολογικών υποθέσεων

Από τη έντυπη έκδοση

Του Γιώργου Δαλιάνη,
διευθύνων σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, οικονομολόγος – φοροτεχνικός.

και της Νίκης Χατζοπούλου,
δικηγόρος LL.M. & διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.

Σε προηγούμενη αρθρογραφία μας είχαμε ασχοληθεί εκτενέστατα με ζητήματα που άπτονται των φορολογικών ελέγχων. Στο παρόν άρθρο επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τις δυνατότητες που διαθέτει ο έλεγχος, ώστε να επανέλθει, ακόμη και σε περίπτωση που έχει ήδη διενεργηθεί έλεγχος για ορισμένο φορολογικό έτος. Εκ των προτέρων, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το ζήτημα αυτό συνδέεται άρρηκτα με το ζήτημα της παραγραφής. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν έχει διενεργηθεί έλεγχος για κάποιο φορολογικό έτος και έχει εκδοθεί και οριστική πράξη προσδιορισμού, ο έλεγχος δύναται να επανέλθει μέχρι την παραγραφή του επίμαχου φορολογικού έτους, διότι όλοι οι έλεγχοι που διενεργούνται είναι μερικοί και όχι οριστικοί.

Πλήρης ή μερικός έλεγχος
Πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, τέλους ή εισφοράς, που έχουν εκδοθεί ή εκδίδονται κατόπιν μερικού φορολογικού ελέγχου, δεν κωλύουν τη διενέργεια επανελέγχου σε περίπτωση συμπληρωματικών στοιχείων.

Ο Γιώργος Δαλιάνης

Πλήρης έλεγχος είναι αυτός που διενεργείται για όλες τις φορολογίες και όλα τα φορολογικά αντικείμενα καθώς και για τις εισφορές και τα τέλη ο οποίος είναι και οριστικός. Μερικός έλεγχος είναι αυτός που δεν συγκεντρώνει τα παραπάνω στοιχεία του πλήρους ελέγχου (εγκ. 1069048/2-5-2014).

Η Φορολογική Διοίκηση έχει δικαίωμα επανελέγχου φορολογικής περιόδου ή υπόθεσης για την οποία έχει ήδη διενεργηθεί πλήρης έλεγχος, μόνον εάν προκύψουν νέα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η φορολογική οφειλή υπερβαίνει αυτήν που είχε προσδιορισθεί κατόπιν του αρχικού ελέγχου. Σε περίπτωση, λοιπόν, μερικού ελέγχου (δηλαδή σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις), ο έλεγχος δύναται να επανέλθει μέχρι την παραγραφή του επίμαχου φορολογικού έτους.

Παραγραφή Χρήσεις έως και το 2013

Η παραγραφή στη Φορολογία Εισοδήματος μέχρι και το 2013, καθορίζεται από το Ν 2238/1994 (πρώην Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος – ΚΦΕ) και ειδικότερα στο άρθρο 84 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Όπως γίνεται αντιληπτό από τις διατάξεις περί παραγραφής στη ΦΕ που προαναφέρθηκαν, ο βασικός κανόνας παραγραφής είναι τα πέντε (5) έτη, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης.

Εν τούτοις η νομοθεσία ορίζει πλήθος εξαιρέσεων στις οποίες ο χρόνος παραγραφής επιμηκύνεται, σε σύγκριση με τον βασικό κανόνα.

α. Επιμήκυνση της παραγραφής λόγω συμπληρωματικών στοιχείων
Εφόσον, μετά τον βασικό χρόνο παραγραφής (ήτοι μετά την βασική 5ετία), περιέλθουν σε γνώση των φορολογικών αρχών συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία στοιχειοθετούν φορολογητέα ύλη, η παραγραφή επιμηκύνεται στα 10 έτη.
Όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στις φορολογικές αρχές κατά το τελευταίο έτος της παραγραφής (δηλ. το 5ο έτος), η παραγραφή παρατείνεται για 1 ακόμη ημερολογιακό έτος, όχι δηλαδή για 10.

Γενικά τα στοιχεία για να θεωρηθούν ως συμπληρωματικά και συνεπώς ικανά για να παρατείνουν την παραγραφή, θα πρέπει δικαιολογημένα η φορολογική αρχή να μην τα είχε υπόψη της κατά την περίοδο της 5ετίας.

Σχετικώς, έχει κριθεί ότι ούτε η ανώνυμη καταγγελία για φοροδιαφυγή πολίτη ούτε η λεγόμενη «πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος» του ΣΔΟΕ, ούτε οι καταθέσεις σε ημεδαπές τράπεζες δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία (ΣτΕ 172/2018 και 2934/2017 ΣτΕ). Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σε περίπτωση που βρέθηκαν καταθέσεις σε τράπεζα της αλλοδαπής, οι οποίες όμως προήλθαν από ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα (π.χ. μέσω εμβάσματος), δεν προκύπτει συμπληρωματικό στοιχείο που να παρατείνει την παραγραφή, διότι στη συγκεκριμένη συναλλαγή αναμιγνύεται ημεδαπή τράπεζα και τα στοιχεία αυτής ήταν στη διάθεση του φορολογικού ελέγχου.

β. Επιμήκυνση σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως 

Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής δηλώσεως εντός της κατ’ άρθρον 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 προθεσμίας πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει τον οικείο φόρο ισχύει, κατ’ αρχήν, η πενταετής προθεσμία παραγραφής από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση, όμως, που η εκπρόθεσμη δήλωση υποβληθεί κατά το τελευταίο έτος της ως άνω πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδ. β’ του ν. 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης.

Σε περίπτωση υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης κατά το τελευταίο έτος της δεκαπενταετούς προθεσμίας παραγραφής του άρθρου 84 παρ. 5 εδ. α’ του ν.2238/1994, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 5 εδ. β’ του ν.2238/1994 και, επομένως, δεν χωρεί περαιτέρω παρέκταση της (δεκαπενταετούς) προθεσμίας παραγραφής. Και τούτο διότι επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής μετά το δέκατο πέμπτο έτος από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της δήλωσης, με αποτέλεσμα το συνολικό διάστημα παραγραφής να εκτείνεται στα δεκαοκτώ έτη από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου και στην αρχή της αναλογικότητας. Στα πλαίσια αυτά, η κατ’ άρθρο 84 παρ. 5 εδ. α’ του ν.2238/1994 δεκαπενταετής προθεσμία για την έκδοση και κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης τίθεται κατά νόμο ως ανώτατο χρονικό όριο παραγραφής και επί εκπρόθεσμης δηλώσεως (βλ. ΣτΕ 732/219 και Ε2123/2019 που τροποποιεί την ΠΟΛ 1165/2018).

Χρήσεις από το 2014 και εξής

Από 1.1.2014 τέθηκε σε ισχύ ν. 417/2013 που ορίζει σχετικά με την παραγραφή ως κανόνα την 5ετία και περιορίζει τις εξαιρέσεις, δυνάμει των οποίων παρατείνεται η παραγραφή.

Συγκεκριμένα:

α) εάν ο φορολογούμενος υποβάλει αρχική ή τροποποιητική δήλωση εντός του πέμπτου έτους της προθεσμίας παραγραφής, για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της πενταετίας,

β) εάν ζητηθούν πληροφορίες από χώρα της αλλοδαπής, για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί για τη διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών προσαυξημένο κατά ένα έτος από την παραλαβή τους από τη Φορολογική Διοίκηση,

γ) εάν ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή, ένδικο βοήθημα ή μέσο, για περίοδο ενός έτους μετά την έκδοση απόφασης επί της ενδικοφανούς προσφυγής ή την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, και μόνο για το ζήτημα, το οποίο αφορά.
Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.

Παρατάσεις της παραγραφής

Με την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (1738/2017) δόθηκε τέλος στην καταχρηστική πρακτική που ακολουθούσε το κράτος για όλα αυτά τα έτη, καθότι, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση-σταθμό, οι νόμοι που παρέτειναν τον χρόνο παραγραφής κρίθηκαν ως αντισυνταγματικοί και συνεπώς ως νομικά ανίσχυροι.

Παραγραφή τελών χαρτοσήμου

Από 1.1.2014 εφαρμόζεται η παραγραφή του άρθρου 36 του ΚΦΔ, δηλαδή ισχύει καταρχήν η πενταετής παραγραφή τελών χαρτοσήμου και η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εντός 5 ετών από τη λήξη του εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.
Για τις χρήσεις έως 31.12.2013 δεν υπάρχει διάταξη που να ρυθμίζει τον χρόνο παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος του Δημοσίου.

Σύμφωνα με παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων, ελλείψει υφισταμένης στον Κώδικα Νόμων περί Τελών Χαρτοσήμου διατάξεως περί παραγραφής, γινόταν δεκτό ότι η σχετική αξίωση του Δημοσίου για την επιβολή τελών χαρτοσήμου υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή.

Ωστόσο, σχετικά με το θέμα αυτό έχουν εκδοθεί πρόσφατα δύο Εφετειακές αποφάσεις (υπ’ αριθ. ΔΕφΘεσσ 1655/2018 και ΔΕφΑθ 1107/2019), σύμφωνα με τις οποίες κρίθηκε ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τέλη χαρτοσήμου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει να τρέχει από το τέλος της ίδιας διαχειριστικής περιόδου και συμπληρώνεται με την παρέλευση της πενταετίας.

Κατόπιν των ανωτέρω, βρισκόμαστε ενώπιον μίας σημαντικής νομολογιακής μεταστροφής, που αναμένεται να επικυρωθεί και από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τέλη χαρτοσήμου για τις χρήσεις έως 31.12.2013 υπόκειται σε πενταετή παραγραφή αρχόμενη από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου.

Φορολογικό Πιστοποιητικό

Τέλος, λόγω των πρόσφατων εξελίξεων θα θέλαμε να αναφερθούμε και στο φορολογικό πιστοποιητικό που προβλέπεται από τον ν. 2238/1994 αρθ. 82, παρ.5 (παλιός ΚΦΕ), από τη διαχειριστική περίοδο 2011 και μετά. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, αν το φορολογικό πιστοποιητικό από τους ορκωτούς ελεγκτές εκδίδεται χωρίς επιφύλαξη (λευκό), δεν διενεργείται τακτικός φορολογικός έλεγχος, εκτός αν η υπόθεση έχει επιλεγεί προς έλεγχο από τη Φορολογική Διοίκηση με το δειγματοληπτικό σύστημα βάσει μεθόδων ανάλυσης κινδύνου (Ν 3842/2010 αρθ.80).

Σχετικώς εκδόθηκε η ΠΟΛ.1159/22.7.2011, σύμφωνα με την οποία μετά την παρέλευση 18μήνου οι φορολογικές υποθέσεις των επιχειρήσεων που ελέγχθηκαν και απεδείχθησαν συνεπείς καθίσταντο οριστικές χωρίς δυνατότητα άλλου ελέγχου, εκτός αν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντικές παραβάσεις (όπως άσκηση δίωξης κατά μελών του ΔΣ για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, πλαστά – εικονικά στοιχεία, συναλλαγές με ανύπαρκτες φορολογικά εταιρίες και περιπτώσεις παραβάσεων της νομοθεσίας transfer pricing), όπου τότε οι έλεγχοι μπορούν να γίνουν μέχρι την ημερομηνία παραγραφής της χρήσης.

Με την υπ’ αριθ. 1490/2016 Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι σε περίπτωση λευκού πιστοποιητικού, ανατροπή των οριστικών αποτελεσμάτων της συγκεκριμένης χρήσης είναι δυνατή μόνο με τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου και την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού εκδοθείσα Πολ. 1178/2011 και όχι με βάση υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 80, με τις οποίες ορίζεται τυχαίο δείγμα υποθέσεων προς έλεγχο χωρίς τη χρησιμοποίηση μεθόδων ανάλυσης κινδύνου.
Επισημαίνεται ότι το θέμα αυτό αφορά τα έτη 2011-2013, καθώς από το 2014 και μετά, για τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν φορολογικά πιστοποιητικά χωρίς επιφυλάξεις, δεν ισχύουν οι διατάξεις για εξαίρεση από τον έλεγχο της Φορολογικής Διοίκησης μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος.

Πρόσφατα το ΣτΕ παρέπεμψε το ζήτημα σε «δίκη πιλότο» με την υπ’ αριθ. 12/2019 Πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010, συνεπώς αναμένεται η έκδοση απόφασης που θα επιλύσει οριστικά το ζήτημα αυτό.

Συμπεράσματα

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να επανέλθει οποιαδήποτε στιγμή μέχρι να παραγραφεί το δικαίωμα του Δημοσίου, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε ανωτέρω. Το Δημόσιο έκανε όλα αυτά τα χρόνια κατάχρηση του δικαιώματος προς έλεγχο και καταλογισμό φόρων μέσω των αρμόδιων οργάνων του. Βλέπουμε, όμως, με αφορμή τις πρόσφατες αποφάσεις δικαστηρίων ότι μπαίνει πλέον ένα φρένο στις παλιές πρακτικές, με απώτερο σκοπό να μη θίγονται υπέρμετρα τα δικαιώματα των φορολογούμενων και να τηρείται το συνταγματικό πλαίσιο σχετικά με την επιβολή του φόρου.

naftemporiki.gr

Ακύρωση φορολογικών ελέγχων λόγω μη τήρησης των τυπικών διαδικασιών

Του Γιώργου Δαλιάνη, με τη συνεργασία της Νίκης Χατζοπούλου (δικηγόρου της Artion A.E.),

Παρατηρούμε συχνά ότι στην προσπάθεια προσδιορισμού διαφυγόντων εσόδων, οι ελεγκτικές αρχές σε πολλές περιπτώσεις επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο είτε εφαρμόζοντας μεθόδους ελέγχου για τις οποίες δεν έχουν δοθεί οδηγίες εφαρμογής τους μέσω κατευθυντήριων εγκυκλίων είτε επεκτείνοντας αυθαίρετα τον έλεγχο σε αντικείμενα για τα οποία δεν έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου.

Στον παρόν άρθρο θα αναλύσουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Πλημμελής εφαρμογή έμμεσων τεχνικών ελέγχου
Όπως είναι γνωστό οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου προβλέπονται στο άρθρο 27 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013). Ωστόσο, με βάση την ίδια τη διάταξη προκειμένου να εφαρμοσθούν οι τεχνικές αυτές (οι οποίες απλώς κατονομάζονται στην ως άνω διάταξη του νόμου), θα πρέπει να έχει προηγηθεί η έκδοση απόφασης του Γενικού Γραμματέα στην οποία να προσδιορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής τους, διαδικασία που υπαγορεύεται από την αρχή της χρηστής διοίκησης και της ασφάλειας δικαίου, διότι δεν νοείται να έρχεται ο φορολογούμενος αντιμέτωπος με μία διαδικασία, της οποίας τους κανόνες δεν γνωρίζει εκ των προτέρων.

Πιο συγκεκριμένα, Βάσει του άρθρου 27 του ν. 4174/2013 ορίζεται ότι:

«1. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβαίνει σε εκτιμώμενο, διορθωτικό ή προληπτικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης και με την εφαρμογή μιας ή περισσοτέρων από τις κατωτέρω τεχνικές ελέγχου:

α) της αρχής των αναλογιών,

β) της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου,

γ) της καθαρής θέσης του φορολογούμενου,

δ) της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών και

ε) του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά.

Με τις ως άνω τεχνικές μπορούν να προσδιορίζονται τα φορολογητέα εισοδήματα των φορολογουμένων, τα ακαθάριστα έσοδα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη των υπόχρεων βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και τεχνικών της ελεγκτικής.

2 Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο τεχνικών ελέγχου της παραγράφου 1, ο τρόπος εφαρμογής τους και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου».

Όπως είναι γνωστό, μέχρι στιγμής, από τις προβλεπόμενες στο ως άνω άρθρο τεχνικές έχουν δοθεί οδηγίες ως προς την εφαρμογή μόνο των τριών εξ αυτών, με βάση την ΠΟΛ 1050/17.2.2014 «Καθορισμός του περιεχομένου και του τρόπου εφαρμογής των τεχνικών ελέγχου των περιπτώσεων β΄, γ΄ και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 ν 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 170) για τον διορθωτικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης φορολογουμένων φυσικών προσώπων με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού».

Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο να εφαρμόζουν οι ελεγκτικές αρχές τεχνικές που προβλέπονται μεν από την ως άνω διάταξη, για τις οποίες όμως δεν έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες εφαρμοστικές εγκύκλιοι, με αποτέλεσμα οι φορολογικές αρχές να καταφεύγουν σε μεθόδους που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα όρια του αυτοσχεδιασμού.

Εσφαλμένη διαδικασία ως προς την εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 5 της ως άνω ΠΟΛ 1050/17.2.2014 (όπως αντικαταστάθηκε με την ΠΟΛ.1094/7.4.2014) ορίζεται ότι «Όταν διενεργείται προσδιορισμός φορολογητέας ύλης με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού, εφαρμόζεται η τεχνική ελέγχου που επιλέγεται με αιτιολογημένη απόφαση του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. ή του Ελεγκτικού Κέντρου που εκδίδεται από κοινού με τον υποδιευθυντή και τον προϊστάμενο του τμήματος έλεγχου, μετά από εισήγηση του υπαλλήλου που φέρει την εντολή ελέγχου, αξιολογώντας τα στοιχεία που η ελεγκτική υπηρεσία έχει στη διάθεσή της».

Συνεπώς, θα πρέπει να έχει εκδοθεί η ως άνω απόφαση προκειμένου να προβούν οι ελεγκτικές αρχές στην εφαρμογή έμμεσης τεχνικής ελέγχου, ειδάλλως συντρέχει περίπτωση υπέρβαση εξουσίας και αναρμοδιότητας των ελεγκτικών οργάνων, καθώς η επιλογή της μεθόδου ελέγχου θα πρέπει να στηρίζεται σε αιτιολογημένη απόφαση, όπως ορίζει και η ανωτέρω διάταξη, απαίτηση που εκτός από διαδικαστικό και τυπικό χαρακτήρα (σχετικά με την αρμοδιότητα του οργάνου και τον τρόπο έκδοσης των διοικητικών πράξεων), έχει προεχόντως ουσιαστικό χαρακτήρα, καθώς τυχόν εσφαλμένη-ακατάλληλη μέθοδος θα οδηγήσει νομοτελειακά σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Σχετικώς, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έχει πάρει θέση και έχει ακυρώσει σε πολλές περιπτώσεις καταλογισμούς λόγω μη τήρησης των διαδικασιών χαρακτηριστική δε ανάμεσα σε πολλές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί είναι η υπ’ αριθ. 1570/2019 (ΔΕΔ Αθήνας).

Πεδίο εφαρμογής έμμεσων τεχνικών ελέγχου
Οι υποθέσεις στις οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου ορίζονται περιοριστικά (κλειστός αριθμός υποθέσεων – “numerus clausus”) στην ΠΟΛ 1050/17.2.2014. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 3 της ως άνω ΠΟΛ ορίζεται ότι:

«Στον τρόπο και στη διαδικασία ελέγχου που ορίζεται με την απόφαση αυτή, μπορούν να υπαχθούν:

1) οι ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογουμένων φυσικών προσώπων, που αναφέρονται στο άρθρο 28 του ν.4172/2013, για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 και μετά,

2) οι ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογουμένων φυσικών προσώπων για διαχειριστικές περιόδους που έληγαν πριν την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του ν.4172/2013 για τις οποίες δεν είχε γίνει έναρξη ελέγχου μέχρι 31/12/2013 (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66 του ν.4174/2013), και συντρέχει μία ή περισσότερες από τις πιο κάτω περιπτώσεις:

α) υφίσταται αδικαιολόγητος πλουτισμός (περιουσιακά στοιχεία και καταθέσεις),

β) παρουσιάζονται μεγάλες δαπάνες που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα του φορολογούμενου φυσικού προσώπου(ατομικά και οικογενειακά),

γ) Είναι μέλη εταιρειών (οποιασδήποτε μορφής) με ζημιογόνα αποτελέσματα,

δ) δεν τηρούνται ή δεν επιδεικνύονται τα βιβλία και τα στοιχεία ΚΒΣ/Κ.Φ.Α.Σ.,

ε) υφίστανται πληροφορίες για παράνομα ή/και αδήλωτα εισοδήματα/αγορές/ δαπάνες (επαγγελματικές, ατομικές, οικογενειακές).

Στις πιο πάνω υποθέσεις περιλαμβάνονται και αυτές για τις οποίες μία ή περισσότερες πηγές εισοδήματος (του φορολογούμενου ή του/της συζύγου) παραμένουν ανέλεγκτες».

Συνεπώς, η ελεγχόμενη υπόθεση θα πρέπει να εντάσσεται σε μία ή και περισσότερες κατηγορίες που ρητά απαριθμούνται ανωτέρω, προκειμένου οι ελεγκτικές αρχές να μπορούν να εφαρμόσουν έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Υπέρβαση αντικειμένου εντολής ελέγχου – Πλημμελής κατά περιεχόμενο εντολή ελέγχου
Με βάση το  άρθρο 25 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο της κοινοποιούμενης στον φορολογούμενο εντολής ελέγχου.

Πιο συγκεκριμένα, ορίζεται ότι: «1. Ο οριζόμενος ή οι οριζόμενοι από τη Φορολογική Διοίκηση, για τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, υπάλληλος ή υπάλληλοι φέρουν έγγραφη εντολή διενέργειας επιτόπιου φορολογικού ελέγχου, η οποία έχει εκδοθεί από τον Γενικό Γραμματέα ή από εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα της Φορολογικής Διοίκησης και η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α) τον αριθμό και την ημερομηνία της εντολής,

β) το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου ή των υπαλλήλων στους οποίους, ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος,

γ) το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του φορολογούμενου, αν αυτός έχει αποδοθεί στον φορολογούμενο,

δ) τη φορολογική περίοδο ή υπόθεση και το είδος φορολογίας που αφορά ο φορολογικός έλεγχος,

ε) τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου, και

στ) το χαρακτηρισμό «πλήρης» ή «μερικός» έλεγχος, κατά περίπτωση».

Πολύ συχνά παρατηρείται το φαινόμενο όπου, ενώ έχει ξεκινήσει ένας φορολογικός έλεγχος με βάση μία συγκεκριμένη εντολή ελέγχου, κατά τη διάρκειά του είτε επεκτείνεται σε άλλα αντικείμενα από αυτά που αναγράφονται στην εντολή είτε εφαρμόζονται έμμεσες τεχνικές, χωρίς την κοινοποίηση συμπληρωματικής εντολής που να προσδιορίζει την ελεγκτική αρμοδιότητα των οργάνων.

Στα πλαίσια αυτά, έχει πολύ συχνά παρατηρηθεί το φαινόμενο να καταλογίζονται από τις ελεγκτικές αρχές τέλη χαρτοσήμου ή ΦΠΑ, ενώ η εκδοθείσα εντολή ελέγχου ορίζει ως αντικείμενο φορολογίας το εισόδημα (βλ. ΔΕΔ Αθήνας 559/2019). .

Καταλογισμός φόρων και τελών χαρτοσήμου από δοσοληπτικούς λογαριασμούς χωρίς έλεγχο των βιβλίων της εταιρείας
Όπως έχουμε αναλύσει και σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, για την επιβολή τέλους χαρτοσήμου επί καταθέσεων ή αναλήψεων πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:

α) εγγραφή στα βιβλία εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης εν γένει περί καταθέσεως χρημάτων από εταίρους, μετόχους ή άλλα πρόσωπα ως προς τις επιχείρησης αυτές ή περί αναλήψεως χρημάτων από αυτές. Η κατάθεση ή η ανάληψη χρημάτων πρέπει να προκύπτει μόνο από αυτή ταύτη εγγραφή στα βιβλία και όχι από άλλη έγγραφη σύμβαση ή από συνεκτίμηση άλλων γεγονότων (Διοικ. Πρωτ. Αθ. 7077/1983),

β) τα βιβλία της εμπορικής εταιρείας ή επιχείρησης, στα οποία γίνεται η εγγραφή περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, πρέπει να είναι βιβλία επίσημα, δηλαδή, βιβλία θεωρημένα από την αρμόδια Φορολογική Αρχή (ΔΟΥ) (ΣτΕ 2493/1994),

γ) η εγγραφή στα βιβλία να μην ανάγεται σε σύμβαση, πράξη ή συναλλαγή, η οποία είχε υποβληθεί προηγουμένως στα οικεία αναλογικά τέλη χαρτοσήμου ή είχε απαλλαγεί νομίμως από αυτά,

δ) η κατάθεση ή η ανάληψη χρημάτων να γίνεται χωρίς κατ’ ανάγκη μνεία της αιτίας της κατάθεσης ή της ανάληψης, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει, ότι η εγγραφή στα βιβλία αφορά σύμβαση, πράξη ή συναλλαγή, η οποία υποβλήθηκε στο οικείο τέλος χαρτοσήμου ή απαλλάχθηκε νομίμως από το τέλος αυτό (Σ.τ.Ε 1767/1992, 1039/1996, 4463/1997).

Ως ορίζεται στις διατάξεις του Κ.Ν.Τ.Χ. και έχει κριθεί από την νομολογία, βασική προϋπόθεση και αρχή της φορολογίας χαρτοσήμου είναι η ύπαρξη εγγραφής στα βιβλία περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων υπό εταίρων ή μετόχων.

Ως ‘’βιβλία’’ των επιτηδευματιών, στα οποία αναφέρεται η, κατά τα’ ανωτέρω, εγγραφή, νοούνται, γενικά, τα βιβλία εκείνα, δια των οποίων παρακολουθούνται οι συναλλαγές της επαγγελματικής δραστηριότητας των επιτηδευματιών, φυσικών ή νομικών προσώπων.

Εάν ο φορολογικός έλεγχος, στα πλαίσια ελέγχου φυσικού προσώπου-μετόχου/εταίρου, δεν αναζήτησε τα βιβλία της εταιρείας με σχετική πρόσκληση, ώστε να διαπιστώσει την ύπαρξη σχετικών εγγραφών στα βιβλία αυτής, που να στοιχειοθετούν καταλογισμό χαρτοσήμου ως καταθέσεις/αναλήψεις μετόχου ή με τη μορφή δανειακής σύμβασης, δεν μπορεί να προβεί σε καταλογισμό τελών χαρτοσήμου παρεμπιπτόντως.

Συνεπώς, βάσει των προϋποθέσεων που θέτουν οι διατάξεις του χαρτοσήμου, δεν δύναται να επιβληθεί χαρτόσημο σε δοσοληψίες μεταξύ εταιρείας και μετόχου εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη των απαιτούμενων εγγραφών στα βιβλία (βλ. και ΔΕΔ 348/2019).

Από όλα τα ανωτέρω συμπεραίνουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις οι φορολογικοί έλεγχοι πάσχουν ως προς την διαδικασία διενέργειάς τους και καταλήγουν σε μη νόμιμες πράξεις προσδιορισμού φόρων και τελών. Ευτυχώς, στις περισσότερες των περιπτώσεων οι φορολογούμενοι δικαιώνονται ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και αποφεύγουν την προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια.

Δείτε το άρθρο και στο Capital.gr.

O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & Ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε..

Πηγή: ARTION Α.Ε.