Υπολογισμός αποδοχών εκ περιτροπής απασχόλησης

1. Πως υπολογίζονται οι μηνιαίες αποδοχές των εκ περιτροπής απασχολούμενων

Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

«Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση», σύμφωνα με την παρ. 2β του άρθρου 38 του Ν.1892/1990, νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Για την εξεύρεση των αποδοχών των εργαζομένων στην περίπτωση συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, θέμα που αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του υπολογισμού των αποδοχών εργαζομένων με μερική απασχόληση, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου οι οποίες ανάγονται αναλογικά στις ημέρες εργασίας της εκ περιτροπής απασχόλησης. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Ο τρόπος αμοιβής δεν μεταβάλλεται π.χ. από αμοιβή με μισθό σε αμοιβή με ημερομίσθιο.

1.1 Μηνιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχολούμενου υπαλλήλου

Για εκ περιτροπής απασχόληση 3 ημερών την εβδομάδα με αντίστοιχο πλήρες ωράριο 40 ωρών την εβδομάδα πενθήμερης εργασίας και με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.500,00 ευρώ πλήρους απασχόλησης, ο υπολογισμός των μικτών μηνιαίων αποδοχών γίνεται με βάση το ωρομίσθιο. Το ωρομίσθιο των αμειβόμενων με μηνιαίο μισθό 1.500,00 ευρώ είναι (1.500/25) x (6/40) = 9€.

Στη συνέχεια, για να υπολογιστεί ο μηνιαίος μισθός του εν λόγω εργαζόμενου με το συγκεκριμένο σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, υπολογίζονται οι εβδομαδιαίες αποδοχές με τις 24 ώρες απασχόλησης την εβδομάδα (ωρομίσθιο επί τις ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως, δηλ. 9 x 24 = 216,00 €) και ότι προκύπτει διαιρείται δια 6 και πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια επί 25, με βάση τη γενική αρχή του δικαίου ότι ο μηνιαίος μισθός αντιστοιχεί κατά μέσο όρο, σε 25 εργάσιμες ημέρες, στις 6 δηλαδή ημέρες της κάθε εβδομάδας, δηλαδή (216,00/6) x 25=900,00 ευρώ.

Εναλλακτικά θα μπορούσε να υπολογιστεί ως τα 3/5 (ή 24/40) του 1.500,00 [1.500,00 x (3/5)=900,00€] (Εγγρ. Υπ. Εργασίας 36311/840/5-11-2013).

Ο μηνιαίος μισθός του εν λόγω εργαζόμενου με το σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης θα μπορούσε να υπολογιστεί και σύμφωνα με το έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας με αρ. πρωτ.: 41815/Δ.10.199 στο οποίο αναφέρονται τα παρακάτω:

Εργατοτεχνίτης:

«Μικτές αποδοχές» = «Εβδομαδιαίες ώρες» x 4,33 x «Ωρομίσθιο»

Υπάλληλος:

«Μικτές αποδοχές» = «Εβδομαδιαίες ώρες» x 4,166 x «Ωρομίσθιο»

Στην περίπτωση αυτή ο μηνιαίος μισθός του εν λόγω εργαζόμενου με το σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης υπολογίζεται ως εξής:

Μηνιαίος μισθός εκ περιτροπής απασχολούμενου υπαλλήλου= Εβδομαδιαίες ώρες εργασίας εκ περιτροπής απασχολούμενου x (25/6) x Ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση = 24 x 4,166 x 9 = 900,00€.

1.2 Μηνιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχολούμενου εργατοτεχνίτη

Για τους εκ περιτροπής απασχολούμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο, το ωρομίσθιο βρίσκεται πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιό τους επί 6/40. Στη συνέχεια υπολογίζονται οι εβδομαδιαίες αποδοχές των εν λόγω εργαζομένων για όσες ώρες απασχολήθηκαν μέσα στην εβδομάδα, δηλ. εβδομαδιαίες ώρες εργασίας x ωρομίσθιο και το ημερομίσθιο της αντίστοιχης εκ περιτροπής απασχόλησης το οποίο υπολογίζεται ως εξής:

Ημερομίσθιο εκ περιτροπής απασχόλησης = Εβδομαδιαίες αποδοχές / ημέρες εργασίας εβδομαδιαίως

Οι μηνιαίες αποδοχές των εν λόγω εργαζομένων θα υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας το ανωτέρω ημερομίσθιο της εκ περιτροπής απασχόλησης επί τον αριθμό των πραγματοποιηθέντων ημερομισθίων κάθε μήνα.

Δεδομένου ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6) οι μηνιαίες αποδοχές των εν λόγω εργαζομένων υπολογίζονται ως εξής: Εβδομαδιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχολούμενου x 4,33 (26/6).

Παράδειγμα

Εργατοτεχνίτης απασχολείται με το σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης επί δύο ημέρες την εβδομάδα και επί οκτάωρο ημερησίως. Το ημερομίσθιο του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, σύμφωνα με άρθρο 38 του Ν.1892/1990, ανέρχεται στα 35,00€. Πως υπολογίζονται οι μηνιαίες αποδοχές του εκ περιτροπής απασχολούμενου εργατοτεχνίτη;

Απάντηση

Ωρομίσθιο = 35,00 x (6/40) = 5,25€

Ημερομίσθιο εκ περιτροπής απασχόλησης = Εβδομαδιαίες αποδοχές (εβδομαδιαίες ώρες εργασίας x ωρομίσθιο) / ημέρες εργασίας την εβδομάδα = (16 ώρες x 5,25) / 2 = 84 / 2 = 42€

Εβδομαδιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχόλησης = Ημερομίσθιο εκ περιτροπής απασχόλησης x ημέρες εργασίας εβδομαδιαίως = 42 x 2 = 84€

Μηνιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχόλησης = Εβδομαδιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχόλησης x 4,33 = 84 x 4,33 = 363,72€

Όπως προαναφέρθηκε, οι μηνιαίες αποδοχές του εν λόγω εργαζόμενου με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης μπορούν να υπολογιστούν και σύμφωνα με το έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας με αρ. πρωτ.: 41815/Δ.10.199/16-9-2016 ως εξής:

Μηνιαίες (μικτές) αποδοχές = Εβδομαδιαίες ώρες εκ περιτροπής απασχόλησης x 4,33 x Ωρομίσθιο = 16 x 4,33 x 5,25 = 363,72€

2. Ημέρες αδείας – Αποδοχές και επίδομα αδείας στην εκ περιτροπής απασχόληση

2.1 Ημέρες αδείας

Ο μισθωτός που απασχολείται με το σύστημα εκ περιτροπής εργασίας δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο (1/12) της άδειας για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας.

Σημείωση: Ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό κλάσμα χρόνου άδειας που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

Για το πρώτο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 20 εργάσιμων ημερών επί πενθήμερο και των 24 εργάσιμων ημερών για εξαήμερο αντίστοιχα, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το πρώτο ημερολογιακό έτος.

Παράδειγμα

Εργαζόμενος απασχολείται με σύστημα εκ περιτροπής εργασίας επί 4 ημέρες και επί 6 ώρες και 40 λεπτά ημερησίως. Αν απασχοληθεί, για παράδειγμα, τέσσερις (4) μήνες συνολικά (16 ημέρες μηνιαίως), κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, δικαιούται άδεια ως εξής:

64 (16 ημέρες μηνιαίως x 4 μήνες) συνολικά εργάσιμες ημέρες /25 = 2,56 = 3. Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το 1/12 των 24 ημερών, δηλ. 24/12 = 2.

Σύνολο δικαιούμενων ημερών 2 x 3 = 6 ημέρες, περίπου.

Για το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 25 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το δεύτερο ημερολογιακό έτος.

Αν απασχοληθεί, για παράδειγμα, δώδεκα (12) μήνες συνολικά (16 ημέρες μηνιαίως), κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, δικαιούται άδεια ως εξής:

192 (16 ημέρες μηνιαίως x 12 μήνες) συνολικά εργάσιμες ημέρες /25 = 7,68 = 8. Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το 1/12 των 25 ημερών, δηλ. 25/12 = 2,0833 = 2.

Σύνολο δικαιούμενων ημερών 2 x 8 = 16 ημέρες, περίπου.

Για το τρίτο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 26 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το τρίτο ημερολογιακό έτος.

Αν απασχοληθεί, για παράδειγμα, δέκα (10) μήνες συνολικά (16 ημέρες μηνιαίως), κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, δικαιούται άδεια ως εξής:

160 (16 ημέρες μηνιαίως x 10 μήνες) συνολικά εργάσιμες ημέρες /25 = 6,40 = 6. Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το 1/12 των 26 ημερών, δηλ. 26/12 = 2,166 = 2.

Σύνολο δικαιούμενων ημερών 2 x 6 = 12 ημέρες, περίπου.

2.2 Αποδοχές αδείας – Επίδομα αδείας

Οι μερικώς και οι εκ περιτροπής απασχολούμενοι δικαιούνται, για κάθε ημερολογιακό έτος, ως αποδοχές αδείας, τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν το αντίστοιχο χρονικό διάστημα της αδείας τους.

Όσον αφορά το επίδομα αδείας, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 2 του Ν.3846/2010ορίζεται ότι «Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά τον χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει».

Άρα, εκτός των αποδοχών αδείας, οι μερικώς και οι εκ περιτροπής απασχολούμενοι δικαιούνται και επίδομα αδείας το οποίο υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο που υπολογίζονται και οι αποδοχές των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου (μισός μηνιαίος μισθός) για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών (ημερομίσθια) για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.

Παράδειγμα

Ο υπάλληλος «Χ» προσελήφθη στις 1/2/2018 χωρίς προϋπηρεσία, με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης (8 ώρες ημερησίως τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή). Ο μικτός μηνιαίος μισθός του συγκρίσιμου εργαζόμενου με καθεστώς πλήρους απασχόλησης ανέρχεται στα 1.000,00€. Η εργασιακή του σχέση λύθηκε στις 31/12/2018. Να υπολογιστούν οι ημέρες αδείας για το έτος 2018, καθώς και οι αποδοχές και το επίδομα αδείας για το έτος 2018.

Απάντηση

Μηνιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχολούμενου = 1.000,00 x (4/5) ή (32/40) = 800,00€

Ημέρες αδείας για το 2018 = (20/12) x (4/5) x 11 μήνες = 14,66 ημέρες, που στρογγυλοποιούνται σε 15 ημέρες.

Αποδοχές αδείας για το 2018 = (1.000,00 x 1,2 x 14,66) / 25 = 703,68€

Σημείωση: Το 1,2 προκύπτει από το κλάσμα (6/5) λόγω της αναγωγής του πενθημέρου σε εξαήμερο. Επιπλέον, σημειώνεται ότι οι ημέρες αδείας στρογγυλοποιούνται, ενώ αντίθετα στον υπολογισμό των αποδοχών αδείας οι ημέρες αδείας δεν στρογγυλοποιούνται.

Επίδομα αδείας για το 2018 = 2 x (ημέρες εργασίας εβδομαδιαίως / 5) x μήνες απασχόλησης x (μηνιαίος μισθός / 25) = 2 x (4/5) x 11 x (1.000 / 25) = 2 x 0,8 x 11 x 40 = 704€. Στην προκειμένη περίπτωση το επίδομα αδείας ξεπερνάει τον μισό μηνιαίο μισθό. Άρα θα υπολογιστεί ως εξής:

Μηνιαίες αποδοχές εκ περιτροπής απασχολούμενου = 1.000,00 x (4/5) ή (32/40) = 800,00€

Επίδομα αδείας = 800,00 x (1/2) = 400,00€

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Χατζηπέτκου Ευάγγελου με τίτλο «Εκ περιτροπής απασχόληση: Υπολογισμός μηνιαίων αποδοχών, αδείας και επιδομάτων εορτών» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουλίου – Αυγούστου 2018 του περιοδικού Epsilon7.

Οι 11 παραβάσεις που τιμωρεί η Εφορία με πρόστιμο έως 2.500 ευρώ

Για πόσο χρονικό διάστημα πρέπει να φυλάσσονται τα φορολογικά βιβλία και πότε δεν επιφέρει πρόστιμο η απώλειά τους.

Οι παραβάσεις για τις οποίες η εφορία μπορεί να επιβάλει πρόστιμο στους φορολογούμενους κωδικοποιούνται σε απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, της ΑΑΔΕ.
Μεταξύ αυτών είναι η μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων, η μη συνεργασία του με τους ελεγκτές, αλλά και η απώλεια θεωρημένων βιβλίων και στοιχείων τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί.

Αντίθετα, δεν επισύρει πρόστιμο, η απώλεια βιβλίου ή στοιχείου το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί. Με αφορμή την εκδίκαση υπόθεσης που αφορούσε στην απώλεια φορολογικού στοιχείου το οποίο δεν αποδείχτηκε, ότι είχε χρησιμοποιηθεί και αθώωσε τον προσφεύγοντα, η ΔΕΔ καταγράφει τις περιπτώσεις παραβάσεων για τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο.

Ειδικότερα, για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στον φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του:

  1. Δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου.
  2. Δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση.
  3. Δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου.
  4. Δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων.
  5. Δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,
  6. Δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του.
  7. Δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές.
  8. Δεν συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις του.
  9. Παραβιάζει ή παραποιεί ή επεμβαίνει κατά οποιονδήποτε τρόπο στη λειτουργία των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών,
  10. Εκδίδει στοιχεία λιανικής πώλησης χωρίς τη χρήση φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού ή από φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό ο οποίος δεν λειτουργεί με εγκεκριμένες προδιαγραφές.
  11. Εκδίδει δελτία και αποδείξεις από το Ολοκληρωμένο Σύστημα Ελέγχου Εισροών – Εκροών, χωρίς τη χρήση εγκεκριμένου μοντέλου μηχανισμού σήμανσης.

Πότε επιβάλλεται πρόστιμο 2.500 ευρώ

Ταυτόχρονα αποσαφηνίζει πότε και για πόσο χρονικό διάστημα ο φορολογούμενος οφείλει να φυλάσσει τα λογιστικά του αρχεία. Όπως σημειώνει, το σύνολο των τηρούμενων λογιστικών αρχείων διαφυλάσσεται για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από: α) πέντε (5) έτη από τη λήξη της περιόδου και β) το χρόνο που ορίζεται από άλλη νομοθεσία.

Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω υποχρέωση καταλαμβάνει τα τηρούμενα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία), δηλαδή αυτά που έχουν χρησιμοποιηθεί και όχι αυτά που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, δεδομένου ότι ο χρόνος διαφύλαξης αυτών συναρτάται με τις περιόδους που αυτά αφορούν.

Ανάλογα δηλαδή με το φορολογικό έτος (περίοδο) που αυτά αφορούν, καθορίζεται και ο χρόνος διαφύλαξής τους. Συνεπώς, τόσο τα χρησιμοποιηθέντα στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν τις συναλλαγές, όσο και τα χρησιμοποιηθέντα βιβλία, στα οποία απεικονίζονται οι συναλλαγές, πρέπει να διαφυλάσσονται στον οριζόμενο χρόνο, προκειμένου να είναι εφικτός ο έλεγχος και η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων.

Η μη συμμόρφωση του φορολογούμενου με τις παραπάνω διατάξεις, δηλαδή η μη διαφύλαξη των χρησιμοποιηθέντων βιβλίων και στοιχείων στον χρόνο που ορίζουν οι διατάξεις αυτές, συνιστά παράβαση, η οποία και επισύρει τις κυρώσεις, ήτοι πρόστιμο 2.500 ευρώ.

Ωστόσο η ΔΕΔ προσθέτει ότι η απώλεια ή η μη διαφύλαξη των μη χρησιμοποιηθέντων θεωρημένων βιβλίων και στοιχείων δεν αποτελεί παράβαση των εν λόγω διατάξεων του ΚΦΔ, ούτε κάποια άλλη παράβαση. Επομένως, για την απώλεια ή τη μη διαφύλαξη αυτών δεν επιβάλλονται κυρώσεις, εκτός εάν αποδειχθεί ότι αυτά έχουν χρησιμοποιηθεί.

Επισημαίνεται ότι ο τρόπος απόδειξης ότι τα θεωρημένα βιβλία και στοιχεία έχουν χρησιμοποιηθεί(εξαντληθεί) ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό, η εξέταση του οποίου ανάγεται στην αρμοδιότητα του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. και των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, οι οποίοι δύνανται να το εξετάζουν με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο (όπως από τις καταχωρήσεις στα βιβλία, τις καταστάσεις πελατών, προμηθευτών, στοιχεία που θα προσκομίσει ο υπόχρεος, κλπ).

Τέλος, τονίζεται ότι κατά τη διακοπή των εργασιών επιχειρηματικής δραστηριότητας (είτε πρόκειται για εμπρόθεσμη είτε για εκπρόθεσμη διακοπή) δεν υπάρχει υποχρέωση προσκόμισης για επίδειξη στη Δ.Ο.Υ. των αχρησιμοποίητων θεωρημένων στοιχείων, δεδομένου ότι δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση ακύρωσης των στοιχείων αυτών κατά τη διακοπή των εργασιών επιχείρησης κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ.1163/2016.

Δοσοληψίες μεταξύ συγγενών και φορολογικοί έλεγχοι

Του Γιώργου Δαλιάνη,

Οι δοσοληψίες μεταξύ συγγενών αποτελούν μία πολύ διαδεδομένη πρακτική που είναι συνυφασμένη με την κοινωνική παράδοση της χώρας μας. Οι δοσοληψίες αυτές εδράζονται στους οικογενειακούς δεσμούς και μπορούν να λάβουν πολλές μορφές, να είναι δηλαδή άτυπα δάνεια, δάνεια καταρτιζόμενα εγγράφως, δωρεές άτυπες και

μη, γονικές παροχές και άλλες συναφείς πράξεις. Τι συμβαίνει, όμως, όταν στα πλαίσια ενός φορολογικού ελέγχου καλείται ο ελεγχόμενος να λογοδοτήσει για δοσοληψίες που πραγματοποίησε με συγγενικά του πρόσωπα;

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τη φορολογική αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν ή εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε να τυγχάνουν οι συναλλαγές μεταξύ συγγενών, όταν αυτές γίνονται αντικείμενο του φορολογικού ελέγχου.

Αρχικά, θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι προερχόμενες από συγγενικά πρόσωπα πιστώσεις (ονομαστικές καταθέσεις) που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου του προσωπικού λογαριασμού ενός προσώπου δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να θεωρούνται αγνώστου προελεύσεως εισόδημα, καθώς δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Σε περίπτωση, λοιπόν, που οι ονομαστικές πιστώσεις σε έναν προσωπικό λογαριασμό ελεγχόμενου προσώπου προέρχονται από συγγενικά του πρόσωπα, είναι γνωστή η προέλευση του ποσού αυτού.

Περιπτωσιολογία:

Άτυπο δάνειο ή δάνειο που προκύπτει από έγγραφα
Ως γνωστόν, οι ιδιωτικές δανειακές συμβάσεις, οι συμβάσεις δηλαδή που συνάπτονται μεταξύ ιδιωτών και όχι με πιστωτικά ιδρύματα, μπορούν να καταρτίζονται εγγράφως, μπορεί όμως να είναι και άτυπες, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου.

Αν η σύμβαση του δανείου καταρτιστεί εγγράφως υποβάλλεται στο οικείο αναλογικό τέλος χαρτοσήμου (σ.σ. μεταξύ ιδιωτών το τέλος χαρτοσήμου ανέρχεται σε 3,6%), ενώ η σχετική προς τη σύμβαση αυτή εξοφλητική απόδειξη δεν υπόκειται σε κανένα τέλος χαρτοσήμου. Εφόσον όμως η σύμβαση δεν συνήφθη εγγράφως υπόκειται σε αναλογικό τέλος η εγγράφως καταρτιζόμενη εξόφληση αυτής ή η σχετική προς τη σύμβαση έγγραφη απόδειξη.

Συνεπώς, προκειμένου να καταλογισθούν τέλη χαρτοσήμου, θα πρέπει να έχει τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, ενώ αντίθετα στο άτυπο δάνειο δεν επιβάλλονται τέλη χαρτοσήμου, με βάση τη σχετική νομοθεσία (βλ. και ΔΕΔ 1957/2016, 155/2019).

Όπως είναι εύλογο, τα δάνεια που χορηγούνται μεταξύ συγγενών συνήθως είναι άτυπα. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την περίπτωση όπου κάποιος θα ζητήσει μία χρηματική διευκόλυνση από τον πατέρα του. Κατά κανόνα μια τέτοια συναλλαγή θα γίνει ατύπως, εκτός εάν υπάρχει ειδικότερος λόγος, όπως π.χ. η κάλυψη τεκμηρίου για αγορά ενός περιουσιακού στοιχείου από το τέκνο.

Υπενθυμίζουμε ότι, όπως έχουμε αναλύσει και σε προηγούμενη αρθρογραφία μας, για να χρησιμοποιηθεί το δάνειο υπό την μορφή ιδιωτικού συμφωνητικού για κάλυψη τεκμηρίων θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά και οι παρακάτω προϋποθέσεις:

Ο σκοπός του δανείου να έχει σχέση με το επικαλούμενο τεκμήριο προς κάλυψη
Το έγγραφο πρέπει να φέρει βέβαια χρονολογία θεωρημένη από αρμόδια αρχή
Το δάνειο να έχει ληφθεί πριν την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης (εφόσον το επικαλούμαστε για κάλυψη τεκμηρίου)
Η μη εικονικότητα αυτού. Αυτή μπορεί να αποδειχθεί από το αν ακολουθήθηκαν άλλες ενέργειες που προβλέπει ο νόμος για τη σύναψη ιδ. Δανείου (πχ χαρτοσήμανση, καταβολές δόσεων αποπληρωμής κλπ). Αν τα παραπάνω ισχύουν σωρευτικά, η μη χαρτοσήμανση του δανείου μπορεί να παραβλεφθεί και να γίνει δεκτή η κάλυψη τεκμηρίου από τη Δ.Ο.Υ.
Εάν στη συνέχεια ο δωρεοδόχος (τέκνο) κάνει την επιστροφή των χρημάτων του δανείου με τραπεζική κατάθεση στον λογαριασμό του δωρητή (γονέας), τότε σε περίπτωση ελέγχου ο δωρεοδόχος θα κληθεί να αιτιολογήσει την κίνηση αυτή.

Δωρεά – γονική παροχή
Σύμφωνα με το άρθρο 34 περ. Α  παρ 1 περ. β  του Ν 2961/2001 ορίζεται ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. μπορεί να χαρακτηρίσει ως δωρεά ολικά ή μερικά κάθε παραχώρηση περιουσίας  που γίνεται εικονικά  με τον τύπο της σύμβασης  με αντάλλαγμα, αλλά υποκρύπτει δωρεά. Ειδικά  για  τις  παροχές  χρηματικών  ποσών διευκρινίζεται ότι το βάρος της απόδειξης της χωρίς αντάλλαγμα παροχής για την οποία δεν καταρτίστηκε έγγραφο το φέρει η φορολογική αρχή. Σε κάθε περίπτωση είναι δυνατή η συναγωγή τεκμηρίου δωρεάς από την αρμόδια αρχή, εφόσον μπορεί να αποκλείσει αιτιολογημένα την απόρριψη της πηγής των χρημάτων/φύσης συναλλαγής που επικαλείται ο ελεγχόμενος, όταν τα πρόσωπα (ο πάροχος και ο λήπτης) συνδέονται μεταξύ τους με ιδιαίτερο συγκεκριμένο συγγενικό δεσμό και μπορεί να διαπιστωθεί ότι  η  οικονομική κατάσταση του προσώπου που θεωρείται δωρητής του επέτρεπε να κάνει δωρεά  που υποστηρίζεται ότι έγινε (βλ. ενδεικτικά ΔΕΔ 825/2019).

Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, η φορολογική αρχή δύναται να επιβάλει φόρο δωρεάς.

Επισημαίνουμε, μάλιστα, ότι η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό δεν μπορεί να θεμελιώσει εκ προοιμίου την ύπαρξη άτυπης δωρεάς μεταξύ των συνδικαιούχων. Θέμα άτυπης δωρεάς τίθεται εφόσον ο συνδικαιούχος, ο οποίος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εισφέρει στον κοινό λογαριασμό, κάνει χρήση του ποσού του λογαριασμού, γεγονός πραγματικό και ελεγκτέο σε κάθε περίπτωση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.. Για παράδειγμα, η μεταφορά χρηματικού ποσού από και προς κοινό λογαριασμό μεταξύ των αυτών προσώπων και η επιστροφή του ίδιου χρηματικού ποσού στον αρχικό λογαριασμό, χωρίς ενδιάμεσα να έχει γίνει χρήση (του) ποσού αυτού από κάποιον από τους συνδικαιούχους, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη άτυπης δωρεάς. (βλ. ΠΟΛ 1033/21-2-2013 και ΔΕΔ 2301/2018 που απάλλαξε συνδικαιούχο κοινού λογαριασμό από τον μη νομίμως επιβληθέντα φόρο δωρεάς).

Περαιτέρω, αντικείμενο του φόρου είναι η κτήση περιουσίας αιτία δωρεάς και γονικής παροχής αλλά και αυτή που προέρχεται από κάθε παροχή, παραχώρηση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, έστω και αν δεν καταρτίστηκε έγγραφο και υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι πάντοτε ο δωρεοδόχος.

Η φορολόγηση των γονικών παροχών και των δωρεών γενικά αναφέρονται στον Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (Α’ 266) και στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύουν.

Φόρος δωρεάς ή γονικής παροχής επιβάλλεται όταν δωρίζεται ή μεταβιβάζεται με γονική παροχή περιουσιακό στοιχείο κάθε μορφής (σ.σ. κινητά και ακίνητα), που βρίσκονται στην Ελλάδα, καθώς και στα κινητά που βρίσκονται στο εξωτερικό και ανήκουν σε Έλληνα ή σε αλλοδαπό που έχει την κατοικία του στην Ελλάδα.

Για τα προηγούμενα έτη τη δήλωση για τη δωρεά/γονική παροχή έπρεπε να την υποβάλουν και οι δύο συμβαλλόμενοι εφόσον συντασσόταν συμβολαιογραφικό έγγραφο. Ήδη, όμως, με τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4583/2018 στον Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια θεσπίζεται πλέον υποχρέωση υποβολής της δήλωσης φόρου δωρεάς/γονικής παροχής και από τους δύο συμβαλλομένους, ανεξάρτητα αν για τη σύσταση αυτής συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Σχετικά με τον οφειλόμενο φόρο, οι φορολογούμενοι, ανάλογα με τη συγγενική τους σχέση με τον κληρονομούμενο ή τον δωρητή, κατατάσσονται σε 3 κατηγορίες, για καθεμιά από τις οποίες ισχύουν διαφορετικές φορολογικές κλίμακες με διαφορετικά αφορολόγητα ποσά και συντελεστές.

Στην Α κατηγορία εντάσσονται:

α) ο/η σύζυγος (και στην περίπτωση συμφώνου συμβίωσης β) τα τέκνα, γ) οι εγγονοί και δ) οι γονείς του δωρητή.

Στη Β΄ κατηγορία εντάσσονται:

α) οι κατιόντες εξ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών (δισέγγονοι, κ.λπ.), β) οι ανιόντες εξ αίματος δεύτερου και επόμενων βαθμών (παππούδες, προπαππούδες, κ.λπ.), γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου (ανεψιοί του κληρονομουμένου ή του δωρητή), ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπροί – νύφες) και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθεροί – πεθερές) του κληρονομουμένου ή του δωρητή.

Στη Γ΄ κατηγορία υπάγεται οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής ή εξωτικός του δωρητή.

Η γονική παροχή χρηματικών ποσών φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 10%, ενώ η δωρεά χρηματικών ποσών φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή 10% για δωρεοδόχους που υπάγονται στην Α΄ κατηγορία, 20% για δωρεοδόχους που υπάγονται στη Β΄ κατηγορία και 40% για δωρεοδόχους που υπάγονται στην Γ΄ κατηγορία.

Ως προς την παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις με του άρθρου 102 του Ν. 2961/2001 το Δημόσιο εκπίπτει του δικαιώματός του για την κοινοποίηση πράξης επιβολής φόρου και προστίμου προκειμένου: α)  για  ανακριβή  δήλωση,  μετά  την  πάροδο  δεκαετίας  από  το  τέλος  του  έτους  μέσα  στο  οποίο υποβλήθηκε η δήλωση β) για παράλειψη δήλωσης  ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας  που αποκτήθηκε η εικονικότητα του  συμβολαίου  μετά  από  δεκαπενταετία από  το  τέλος  του  έτους    μέσα  στο  οποίο    έληξε  η προθεσμία    για  την  υποβολή    της  δήλωσης  ή  έχει συνταχθεί    το  προσβαλλόμενο  για  την εικονικότητα συμβόλαιο.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω το δικαίωμα του Δημοσίου είναι παραγραμμένο για όλες τις υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι την 31-12-2003.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι δοσοληψίες μεταξύ συγγενών αποτελούν μία ιδιάζουσα κατηγορία στα πλαίσια των φορολογικών ελέγχων και συνεπώς οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές οφείλουν να εφαρμόζουν ορθά τη σχετική νομοθεσία. Σε διαφορετική περίπτωση αφενός οι φορολογούμενοι έρχονται αντιμέτωποι με μη νόμιμους καταλογισμούς και εμπλέκονται σε περαιτέρω κοστοβόρες διαδικασίες, όπως προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και στα Διοικητικά Δικαστήρια. Όλα τα ανωτέρω περιγράφουν το ισχύον δίκαιο το οποίο απηχεί και τους άγραφους κανόνες των «συναλλακτικών ηθών» που έχουν σφυρηλατηθεί ανά τους αιώνες στα πλαίσια των οικογενειακών σχέσεων. Δυστυχώς, όμως, όπως φαίνεται συχνά οι φορολογικές αρχές αγνοούν παντελώς όλα αυτά και στα πλαίσια αυτοσχεδιασμού και προχειρότητας, θεωρούν ως «αγνώστου προελεύσεως εισόδημα» τις συναλλαγές μεταξύ συγγενών, αν και είναι γνωστή η προέλευση των χρηματικών καταθέσεων καθώς προέρχονται από συγγενικά πρόσωπα! Αρκεί μονάχα να αναρωτηθούμε τι θα σκεφτόταν ένα παιδί ή ο γονιός που ζητάει μία χρηματική διευκόλυνση (π.χ. 5.000 ευρώ) από τον πατέρα ή γιο του αντίστοιχα, εάν ο ένας εκ των δύο ζητήσει από τον άλλο να υπογράψει δανειακή σύμβαση. Το πιο πιθανό σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να υπάρξει ευχή ή κατάρα. Το άρθρο αυτό εκτός από ανάλυση της νομοθεσίας αποτελεί και τροφή για σκέψη…

Πηγή: ARTION Α.Ε.